ΗΘΙΚΟΝ ΔΙΔΑΓΜΑ

Ο ΑΠΑΙΣΙΟΔΟΞΟΣ ΕΙΝΑΙ ΕΝΑΣ ΚΑΛΑ ΕΝΗΜΕΡΩΜΕΝΟΣ ΑΙΣΙΟΔΟΞΟΣ







Σάββατο 15 Ιανουαρίου 2022

Το μουστάκι μου

Είπα να αφήσω μουστάκι. Δεν ξέρω πώς το αποφάσισα. Προέκυψε κάπως.

Το πρώτο που (ξανα)είδα στον καθρέφτη ήταν ο Σάκης.

Στα καλά του. Μου θύμισε πολλές σκηνές μαζί του. Πατέρας. Κι αυτός κι εγώ. Ταχαμ αντριλα, ταχαμ πατριαρχική εξουσία.Ταχαμ τα έχουμε όλα υπό έλεγχο. 

Σκατα να φάμε, κι αυτός κι εγώ! Αλλά το μουστάκι μου αρέσει. Και λίγο λίγο θα το συνηθίσω. Είναι και μαύρο σαν κατράμι, νεανικό μουστάκι, μυσταξ, μυστακιον! 

Τώρα που το θυμήθηκα, αγαπημένες ατάκες: 


Και τι δε μου θυμίζουν τα μουστάκια! Θείους, ξαδέλφια, συγγενείς, γνωστούς και φίλους. Μια ενηλικίωση γεμάτη μουστάκια. Βαρειά, Παχειά, πασοκτσιδικα. Είχα τη θεωρία τότε, ότι βγαίνοντας από τη μεταπολίτευση, για τους άντρες κυρίως, υπήρχαν τα σινιάλα, τα σημεία που έδειχνε ποιος ήσουν, από πού ερχόσουν και το δήλωνες. 

Αν ήθελες να δηλώνεις κόντρα στο καθεστώς, στο καθώς πρέπει, στη συντήρηση,  έπρεπε να αφήσεις τρίχα. Ότι δε σε νοιάζει να έχεις καλοξυρισμενο πρόσωπο και Clean Cut Face. Ότι εσύ νοιάζεσαι για αλλά πράγματα, πιο πνευματικά, ανώτερα από τα ταπεινά της ξυριστικης. 

Αν είχες πιο κομμουνιστικά/μαρξιστικά/λενινιστικα ένστικτα, εννοείται ότι ήσουν για το μούσι. Μούσι του Βελουχιώτη, το μούσι το αντάρτικο, από φαρδεια γενειάδα έως το μούσι του Φιντέλ Κάστρο ή το μουσάκι του Γκεβάρα.

Αν θεωρούσες εαυτόν στα πιο κεντρώα/προοδευτικά/σοσιαλιστικά ρεύματα, αλλά έπρεπε να δηλώνεις και το ανατολικό-μεσογειακο σου παρελθόν, τότε δεν έμενε άλλη λύση από το μουστάκι. Το '80 το μάθαμε ως το μουστάκι του πρασινοφρουρού, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν είχαν και άλλοι πολιτικοί χώροι το δικαίωμα να οικειοποιηθούν το τρίχωμα του άνω χείλους.  Εμένα μου θυμίζει Κούρδο-τουρκο-αραβο-ασιατική φλέβα ή DNA. 

Και βλέποντας με δηλαδή στη Γερμανία, το είδος του μουστακιού μου, παραπέμπει απευθείας -λενε εδώ- σε türkischer Gemüsehändler-, Τούρκος μανάβης. 

Η συμβία επειδή δεν τη βολεύει, θέλει να το γυρίζει σαν από Γάλλο φούρναρη, εκείνους με τον μπερέ, των Βάσκων. 

Μου παρήγγειλε κι έναν δηλαδή, για να το φοράω, μην της θυμίζω τον Ιμπραήμ Τατλισες! Gözleri boncuk mavi, bir gördüm asik oldum, να πούμε. Άσε που κάναμε και καυγά, που με αποκάλεσε Τούρκο, "κατά 70-80%" είπε, και με έκανε Τούρκο και της είπα ότι κι αυτή έχει 30-40% ναζί γονίδια. Αλλά εντάξει, μετά τα βρήκαμε. Οι κυβερνήσεις πέφτουνε, μα η αγάπη μένει. Ας με λέει και Ζώρζ Μουστακί, δεν πειράζει!

Τι λέγαμε; Ναι, μουστάκια. Θα τρώγαμε τα μουστάκια μας δηλαδή κι επειδή αυτή δεν είχε (όχι πολύ τέλος πάντων) ότι θα τρώγαμε από το δικό μου, θα 'ταν. 

Μια συνάδελφος στη δουλειά μου είπε της θυμίζω τον μπάτσο από τα Narcos, τη σειρά του Netflix, με τον Εσκομπάρ και τα κολομβιανά καρτέλ.  

Έμαθα και να το περιποιούμαι δηλαδή. Με ειδικό εξάρτημα στην ξυριστικη, με ειδικούς αφρούς. Είναι και θέμα υγιεινής, τι διάολο; Άσε να λένε οι άλλοι "καλά, με τρίχες ασχολείσαι;" Εδώ είναι ολόκληρος πολιτισμός, από φιλοσόφους και μουσικούς, μέχρι προαγωγούς και πρωθυπουργούς. 39 βαρβατοι συνιστούν μουστάκι, αυτοί ξέρουν!

Τι; Επειδή λένε/λέγανε παλιά, το '80, κάποιοι πικραμένοι δεξιοί, ότι το μουστάκι είναι ο φερετζές του πουστη; Κομπλεξαρες ατριχοι! Είναι σαν τις γυναίκες που λένε ότι δεν τους αρέσει, για να σου τη λένε μετά οι κολλητοί, "μαλακα, αυτή μέχρι και το μουστάκι θα σε βάλει να ξυρίσεις". 

Μουστάκι είχε κι ο ο Φρεντυς ο Μερκιουρυς και ήταν μια χαρά ..... Τέλος πάντων, ήταν ό,τι ήταν και μαγκιά του! Κι ο Αστερίξ είχε μουστακα, κι ο Κολοκοτρώνης και όλοι οι μάγκες του ρεμπέτικου. Πώς θα γίνει; Όχι που θα μας πεις και βλάχους ή τσοπάνηδες, για ένα μουστάκι. Είπε κανείς βλάχο τον Νταλί; Είπε κανείς βλάχο τον Lemmy των Motorhead; 

Λοιπόν όσο βασταω, θα το έχω. Γούστο και καμάρι μου. Πέρασαν σχεδόν 50 χρόνια για να αποφασίσω να αφήσω μουστάκι, τώρα θα κωλωσουμε στην αισθητική και στα "σου-παει-δε-σου-παει". Αεί σιχτιρ κι αμάν αμάν!

Καληνύχτα.








 

Δευτέρα 10 Ιανουαρίου 2022

Έχω να γράψω, θέλω να γράψω, πότε;

 Πρώτη ανάρτηση του 2022. Σχεδόν. Διότι η τελευταία ανάρτηση του 2021, γράφτηκε ουσιαστικά τον επόμενο χρόνο, με αναφορά στον προηγούμενο. Φλασμπακς. Παθαίνω συχνά τέτοια!

Στη δουλειά μου, προσπαθώντας να δω το χρονικό προσανατολισμό ενός ανθρώπου, το ρώτησα σε ποιο χρόνο είμαστε: μου είπε με φυσικό τρόπο,γιατί ρωτάς;στο 2020!          Του απάντησα, κι εγώ εκεί έμεινα νομίζω, μαζί με αρκετά εκατομμύρια (ή και δισεκατομμύρια) ανθρώπων. Ίσως για μένα βέβαια το 2012 είναι η χρονιά που σταμάτησα. Έκτοτε ζω το παράλληλο σύμπαν. 

Ας πούμε λοιπόν ότι είμαστε ξανά στο 2020. Ή στο 2012. 

Τι θα έλεγα για τον καινούριο χρόνο; Τι να περιμένω; Ποιες θα ήταν οι αποφάσεις, τα new years resolutions, Neujahrsvorsätze ?

Ούτε ξέρω!! Ούτε θέλω να ξέρω! Ό,τι έρθει πλέον, ό,τι βρέξει, ας κατεβάσει. Με βάση αυτά που έζησα τον ένα, ενάμισι, ή δύο χρόνια, δε νομίζω ότι υπάρχει πολυτέλεια για σχέδια επαγγελματικά ή κοινωνικά ή οποιασδήποτε φύσης. 

Ούτε να ονειρευτώ μπορώ πλέον, ξύπνιος δηλαδή. Γιατί στον ύπνο μου εννοείται ότι βλέπω πολλούς από τους ανθρώπους που πέθαναν στην εντατική. Και μου μιλάνε. Αλλά όνειρα κανονικά, για το μέλλον, για τα αγοράκια μου, για τη μέρα που θα βγω στη σύνταξη, που λένε, τίποτα! Ίσως καμιά φορά θα ήθελα να με φανταστώ σε μια θάλασσα, σε μια παραλία, αλλά αυτό είναι επιθυμία κι όχι όνειρο. Όνειρα τέλος! 

Μου αρέσει ακόμα να μιλάω, να γράφω. Κι έχω να γράψω νομίζω. Με βοηθάει το να τα δω γραμμένα, αυτά που σκέφτομαι. Διαβάζω βέβαια λιγότερο, πιο πολύ αποσπασματικά. Αλλά σαν να μπαίνει ένα χάος στην οργανωμένη σκέψη μου, που με βοηθάει. Μου δείχνει πόσο ωραία αποσυναρμολογημένη μπορεί να είναι η διανοητική λειτουργία (μου), από τα σαλόνια της φιλοσοφίας και της σκακιστικής θεωρίας, των γλωσσών, της ορχήστρας και του ευρωπαϊκού Modus Operandi, έως τα λιμάνια της λαϊκής καταγωγής και των αντιλήψεων, τα "κολλήματα" και τα κόμπλεξ μου, το κυμπαρλικι και τη μαγκιά της "δια-της-πλαγίας". 

Δεν ξέρω αν έφτασα κάπου και τέλος, δεν ξέρω αν θα κρατήσει όλο αυτό. Γενικά μιλώντας, επαγγελματικά και κοινωνικά, ατομικά και οικογενειακά, όλα αυτά που ήρθαν, όπως ήρθαν, έτσι και θα φύγουν. 

Το ζήτημα είναι πώς θα φύγουν. Θα φύγουν με μένα η χωρίς εμένα; Θα φύγω ή θα αναχωρήσω; Φευγιό ή περπάτητά; Ελλάδα ή Γερμανία; Ή αλλού;

Αυτές είναι οι απορίες μου για τα επόμενα χρόνια. Ούτε όνειρα, ούτε σκέψεις για το νέο χρόνο, ούτε τίποτα. Ίσως και αν θα μπορώ να εκφράζομαι, να γράφω, να μιλάω, να παίζω μουσική και να τραγουδαω. 

Δεν υπάρχουν ευχές. Οι ευχές είναι για τους πιστούς. Εγώ σταμάτησα να πιστεύω. Χρόνια πλέον. Όχι μόνο σε θρησκείες ή ιδεολογίες, αλλά και στον Άνθρωπο, σε μένα και σε σένα.

 Όπως με καταλαβαίνω, διαβάζοντας με, θα έχει πολλή αισιοδοξία η νέα φάση.


Δευτέρα 22 Νοεμβρίου 2021

Point of (no) return

 ".....Κάποτε φτάνεις εκεί. Σ' αυτό το σημείο. Το σημείο της (μη) επιστροφής.

Φτάνεις. Και το ξεπερνάς. Και γυρίζεις.

Ή δε γυρίζεις....."

Αυτά τα έγραψα το Νοέμβριο του  21. Τότε που νόμιζα ότι... αυτό ήταν, πάει, το 'χασα! Ότι δεν υπάρχει επιστροφή για μένα, ότι ο δρόμος με στέλνει σε κάποιο κελί.

Τώρα είναι Φλεβάρης πλέον, 2022. Ακόμα εδώ είμαι. Κάτι λέει αυτό. 

Ήταν επιστροφή δηλαδή; Μακάρι να 'ξερα. Επιστροφές, καταστροφές, τα 'χω ξαναπεί και τα 'χω χιλιοτραγουδήσει. Πάντως τα σκέφτηκα, τα σκεφτήκαμε, τα βάλαμε κάτω, τα win-win, τα lose-lose, τους νεότερους και τους μεγαλύτερους, όλα σε μια παρτίδα. Είπαμε να μη το ληξουμε ακόμα. Δεν είναι βέβαια Hängepartie, το παιχνίδι είναι χαμένο, το ξέρουμε και οι δύο. 

Απλά δε ρίχνουμε ακόμα το βασιλιά, στην κυριολεξία και στη μεταφορά. Θα το παίξουμε μέχρι του τέλους. Απλά δε θα παίζουμε με το ρολόι. Χωρίς να ορίζεται, χωρίς να μετριέται τίποτα.

Ίσως και να είναι η συμφωνία στην αιωνιότητα, μια μαύρη τρύπα της ανυπαρξίας. Μια άρνηση της πραγματικότητας, nothing ist real. And nothing to get hang about.

Παρασκευή 1 Οκτωβρίου 2021

Αμάν ντόκτορ

 Δεν αισθάνομαι καλά.

Πολλοί δεν αισθάνονται καλά. 

Τι να σου κάνει κι ο γιατρός; 

Φάρμακα και συνεδρίες. Κουβέντες και στο καναπέ του ψυχιάτρου.

Ο δικός μου ο ντόκτορ είναι το λα μινόρε, ένα Σαμπάχ σε ρε. Το πρελούδιο στη ντο μείζονα στο BWV 846. Ένα αρπετζιο στο Tarantas του Paco ή οι πρώτες του Μυστακίδη στο Μακ Πουλε. Η φωνή της Fairuz στο Ana la Habibi. Ο Στέλιος σε όλα του. Το τενόρο του Τσάρλυ, το ακορντεόν του Κουλαξιζη ή του Βουγιούκα και το μπαντονεόν του Άστορ και του Γκαλιάνο. Μια φλαουτιά του Ίαν. 

Ο Μαϊδανογλου. Ιεροψάλτης. Ο Tatlises. Σοστακόβιτς και λοιποί. Το Michelle των Beatles, τότε που γράφαμε στην τρίτη Λυκείου, μαζί με το Σάββα, κοινωνιολογία, με θέμα την πρωτοπορία των Λεννον-Μακκαρτνεϋ για το κουαρτέτο εγχόρδων στο Eleanor Rigby. Ή το Penny Lane.

Όταν διάβαζα το 1990 για τη Fusion, John McLaughlin και Ινδία, αφρο-κουβανικη τζαζ, έπαιζα στο ακορντεόν μια πεντατονικη κλίμακα, μετά Σαββόπουλο "να μας πάρεις μακρυά" και μετά έκλεινε με τσάμικο "κάτω στου βάλτου"- άρεσε στον παππού το Μήτσο.

Όλοι ήθελαν να κάνουν τα ασύνδετα πιθανά. Μια παλιά συνταγή, μια μελωδία γνωστή, σερβιρισμενη με φρέσκια σαλάτα και χιπ-χοπ ή σουίνγκ και να σου....η πρωτοπορία και ο ... καινούργιος ήχος. 

Διδάκτωρ, ντόκτορ της αναψυχής. Της διασκέδασης και της ψυχαγωγίας. Της εναλλαγής, από το ταγκό μπεγκιν στο χασικλιδικο, από τον Χρήστου (Ιάννη, Αναπαραστάσεις) στο Χρήστου (Κωστή, Αλίμονο), από το "μην περιμένεις πια" στο hey Joe, κι από το Spain στα μπλε παράθυρα σου. Marsalis, Mingus, Coltrane. Σπανός και Μάρκος, ο κυρ Σταύρος και το "κάτι παιδιά που αγαπούνε το τραγούδι", ο Fauré και η Σικελή. Ο Σαραγουδας που μου έπαιζε στο Λοιμωδών, αυτός με γιάτρεψε, όχι τα "καθαρτικά του ήπατος". Όταν θα πάω στον Άδη και θα βρω τους άλλους πέντε Έλληνες, να πούμε και το you can call me Al. 

Ντόκτορ ντόκτορ γκιβ μι δε νιουζ. 

Δε θυμάμαι γιατί ξεκίνησα να γράφω το ποστ, νομίζω για το αμάν ντόκτορ, την τουρκική και την ελληνική παραλλαγή του. Και υποθέτω θα έγραφα για τα δύσκολα στις μοντέρνες θεραπείες και στις σχέσεις θεραπευτών-ασθενών-συγγενών. 

Αλλά πάλι μπήκε στο αυτί μου η μουσική, η νότα, μια συγχορδία, ένας στίχος και ένα ρεφρέν. Και μπερδεύτηκα. Άκουσα και το Μιθριδάτη του Αμαντέους,νομίζω πρώτη φορά ολόκληρο. Τι να πουν τα λόγια; 

Τα μακάμια, οι δρόμοι, η ατονική/σειραϊκή. Ένας αμανές. Α καπέλα, στο πιο ευρωπαϊκό, στο εκμοντερνισμένο. Μπαρόκ και θρησκευτικά ορατόρια. Η Εσκενάζυ, η Αμπατζή. Ο Καρίπης κι ο Ογδοντάκης, "σαν πας στα ξένα, πάρε και μένα". Η Κάρμεν του Μπιζέ, το άνοιγμα του Πετρούσκα, το Salt Peanuts, η θεά η Umm Kulthum και το Alf Leila We Leila, se le cose stanno Cosi. Ο δίσκος βινυλίου του Ραχμάνινοφ που αγόρασα μπροστά από τη θεολογική. H Edith Piaf και το La Foule, μαζί με το λατινοαμερικάνικο πρωτότυπο (que nadia sepa mi sufrir).  Ο Ντύλαν, με το the answer my friend που τραγουδούσαμε στα αγγλικά της πώς-την-έλεγαν... Placebo και The Trooper από Maiden. Vuelvo Al Sur. Οδηγώντας και τραγουδώντας με το Volvo/Vuelvo μου για Ελλάδα. Δω στα λια-κι αμάν αμάν, δω στα λιανοχορταρουδια, Σάββατο απόγευμα, πρόβα στο χορευτικό. Η αγαπημένη μου Μπαϊτούσκα. Ο Σκαλκώτας και οι χοροί του. Pierre Boulez, Gymnopädie, καρναβάλι των ζώων. Το Ederlezi, μοντέρνος αμανές, σε ρε μινόρε και καπάκι την τοκάτα και φούγκα 565 (που το άκουσα πρώτη φορά στο "μια φορά κι έναν καιρό ο άνθρωπος" και έπαθα πλάκα!!).

Αυτά είναι φάρμακα. Η θεραπεία μου. Τι να κάνω τα υποκατάστατα; Τα Generika? Στο υπόγειο έχω (θα έχω λίαν συντόμως) τρία ακκορντεόν. Στο εργαστήρι ένα ηλεκτρικό μπάσο. Στο γραφείο μου, πάνω, έναν μπαγλαμά. Γιατί να πέσω στα βαριά;

Spotify, Prime, YouTube. Αυτά είναι τα ιδρύματα που με νοσοκομούν. 

Ο Ομάρ Φαρούκ Τεκμπιλεκ και η Σεζάρια Εβορα. Το συγκρότημα Ashkabad, το τουρκμενικό συγκρότημα που έπαιξε με το Θανάση στα Λάφυρα, ο αψεγάδιαστος Kurban Kurbanov. Χερμπι Χάνκοκ και τα μάγουλα του Γκιλεσπι (κι άκουσα), που είδα στο Παραρλάμα. Τον τενόρο, ανηψιο του Μαρκόπουλου, που άκουσα στο στούντιο του Χάρη και τραγούδησε (έψαλλε) σε άψογη εκτέλεση το Παράθυρο κλεισμένο.

Ποιος θεός; Η Χάβα Ναγκίλα, που έπαιζα μικρός, Σαλόμ, σα βγαίνει ο Χότζας στο τζαμί, η Λαξμι Σανκαρ και η Ανουσκα, η κόρη του Ραβί, "υπερούσιος ουσία εστίν, άφραστον κάλλος". 

Αυτά τα χαζά που λένε, "όταν πεθάνω,να με θαψετε με μπουζούκια", εγώ τα ακούω βερεσέ.

Εμένα στην κηδεία μου, πρέπει να μου φέρουν μια συμφωνική, ένα μικρό σχήμα τζαζζ να παίζει bepop, τους Jethro Tull (ή κάνα Cover Group), μια βυζαντινή χορωδία, ένα σχήμα μουσικής δωματίου, τους Metallica και τους RHCP, το Μυστακίδη και τον Παφρα, το Θανάση και την Κανά με το Μάλαμα, ένα κλαρίνο της Ηπείρου, κάποιον Χαλκιά, ή το παιδί από την Πλάτη (ου Τριαντάφυλλς είμ'), τη μετενσάρκωση του Ροστροπόβιτς και του Τζόνυ Κας, το Shakti, κάνα δυο τσιγγάνους που να παίζουν Γονίδη ή Αγγελόπουλο, 

Και κάμποσους ακόμη, που δεν ξέρω που θα χωρέσουν, που να τους βάλω.... Κρίμα να τους πάρω μαζί μου!

Στη χειρότερη ρίχτε μέσα ένα Terrabyte με Playlist. Για την περίπτωση που θα ξαναγεννηθώ, λέω να πάρω και το Weltmeister μαζί. Τι πειράζει; 

Αλλού γι'αλλού. Πέρασε και η ώρα!

Τρίτη 21 Σεπτεμβρίου 2021

Σουΐτα Νο 1 για πιάνο και ορχήστρα


 https://youtu.be/bFyfXN0WnHM 

Για αυτήν του τη σύνθεση (γραμμένη το 1955) πήρε το πρώτο βραβείο το 1957 στον αντίστοιχο διαγωνισμό στη Μόσχα, από τα ίδια τα χέρια του Ντμίτρι Σοστακόβιτς. 

Στοιχεία της σουίτας τα χρησιμοποίησε στη δεύτερη συμφωνία του. Ήταν τον καιρό που ήταν στο Παρίσι κι απελευθερώθηκαν μέσα του όλα τα δαιμόνια της μοντέρνας συμφωνικής μουσικής του εικοστού αιώνα. Ο Messiaen αλλά και το πρότυπο του Μίκη, ο Σοστακόβιτς , ειδικά στο τέταρτο μέρος, Tempo Primo, sostenuto, βγαίνουν από μέσα του, και χορεύουν πεντοζάλη σε σειραϊκο μελωδικό δρόμο. Είναι δωδεκαφθογγικός, αλλά και δεν είναι δωδεκαφθογγικός. Η δυσαρμονία, Dissonanz που λένε, η διαφωνία/Unstimmigkeit χαρακτηρίζει την τάση που έχουν πολλούς συνθέτες, όταν θέλουν να ανυψωθούν από το πλήθος. Αυτήν τη τάση, την απέρριψε ο Μίκης , όταν γύρισε στην Ελλάδα το 1960. Το Απεταξαμην του ήταν ο Επιτάφιος. 

Εμένα μου αρέσει πάντως και ο γερμανικός ρομαντισμός του, με την προσπάθεια να φτάσει σε έναν ρεαλιστικό εξπρεσιονισμό, όπως στην Κονσερταντε του Σκαλκώτα ή στην όγδοη συμφωνία του Σοστακόβιτς, αλλά και στα εγχώρια με τους νησιωτικούς/κρητικούς ρυθμούς, όπως στους 36 χορούς του Σκαλκώτα.

Κριτικός δεν είμαι, ούτε και γνώστης. Αλλά όταν ακούω, είπε ο ένας είπε ο άλλος, εεε δεν έχει γράψει κομμάτια "μεγάλα, ορχηστρικά" ο Μίκης, λέω εν τάξει κυρ-Τάκη και κυρα-Μαλαμω, δεν πειράζει, ας μην έγραψε! 

Σε μια συνέντευξη, που είδα στο ARTE, παραγωγή Αστέρη Κούτουλα, λέει : "ξέρω κι αναγνωρίζω ότι δεν έφτασα μέχρι εκεί που με κράτησαν οι συνθήκες, αλλά πραγματικά μέχρι εκεί που μπόρεσα, παραπάνω δεν μπορούσα".

Μεγαλείο! 




An Bösartigkeit grenzende Inkompetenz

 Den Titel hab ich zugegebenermaßen aus dem Tagesanbruch, Artikel im t-online.de von Florian Harms, gestohlen/geliehen.

Es betrifft allerdings meine seit Jahren zu bearbeiten Hypothese. 

Handelt man so inadäquat bloß aus schierer Bösartigkeit, aus purer Dummheit, aus banaler Inkompetenz oder aus einer Kombination von allen o.g. Eigenschaften?

Wo grenzen sich die Absichten ab? Wie viel Toleranz kann man erlauben, um ein ständiges Entschuldigen anzunehmen?

Jedes Kind ist per se ein Wesen, wo sich die schwammige Abgrenzung bestätigt, wenn man tiefer hinschauen möchte. Mein Sohn stellt was an, anschließend und unmittelbar gibt er zu, es sei nicht mit böser Absicht, es sei aus "Versehen"!

Jeder Erwachsener verhält sich genauso, wobei die Ausrede hier als Abwehrmechanismus gilt. Vor allen Menschen Nitsche und Kant haben es bewiesen, niemand in der Geschichte der Menschheit (abgesehen vielleicht von Sokrates bzw von Jesus Christus!) konnte sich gut verteidigen, um uns überzeugen zu können, dass alles so unbewusst abgelaufen war, dass die Dummheit eines Zeitabschnittes nicht mit dem Willen des Ego zu tun hatte, dass es sich alles nur um ein "Versehen" / einen "indifferenten Moment der naiven Ignoranz" ginge.

Der Mensch weiß genau, was er tut, weiß genau wie bös er ist.  

Was es ihm nicht bewusst ist, weil es ihm nicht passen sollte, ist seine Inadäquanz.

Bei der Fahrlässigkeitstat entfällt bei Inadäquanz des Kausalverlaufs oder Schadens schon die objektive Vorhersehbarkeit und damit die Sorgfaltswidrigkeit.

Aahh?? Sebastian?  

Habe nun, ach! Philosophie,Juristerei and Medizin, Und leider auch Theologie Durchaus studiert, mit heißem Bemühn.

Da steh' ich nun, ich armer Tor, Und bin so klug als wie zuvor!

Der Dichter und der Richter, beide geeinigt und geeignet, wollen dasselbe beweisen. Ich bin finster, da ich kognitiv begrenzt bin. Non cogito ergo malus esse/sum.

Dilettanten! Nur Dilettanten. Mehr nicht! Entweder pfiffig und hinterlistig und korrupt oder saudumm und naiv und Taugenix.

Die Parteien in Deutschland sind das beste Beispiel dafür. Siehe Rezo-Videos. 


Δευτέρα 13 Σεπτεμβρίου 2021

Infantilisierung des Erwachsenen

 Buchempfehlung:

Die infantile Gesellschaft

Von Alexander Kissler, 2020 Harper Collins

Gefühl ist Trumpf, Argumente stören, Diskretion war gestern. Wir sind eine Gesellschaft der Kindsköpfe geworden. Erwachsene verhalten sich ungeniert wie Kinder, sind es aber längst nicht mehr. Sie halten das Leben für einen großen Spaß, senden Emojis in die Datenumlaufbahn, schwärmen hemmungslos für Greta & Co. Zugleich behandeln Politiker ihre Wähler wie kleine Kinder.